6 hours ago
Με λένε Κώστα και είμαι τριάντα τεσσάρων χρονών. Δουλεύω ως οδηγός ταξί εδώ και εννέα χρόνια, και αν με ρωτήσεις τι σημαίνει αυτό, θα σου πω ότι σημαίνει ατελείωτες ώρες σε κίνηση, μυρωδιές που δεν θέλω να θυμάμαι, ανθρώπους που μπαίνουν και βγαίνουν από τη ζωή μου μέσα σε δεκαπέντε λεπτά, και μια πλάτη που έχει αρχίσει να διαμαρτύρεται εδώ και καιρό. Αγαπώ τη δουλειά μου, δεν θα το αρνηθώ. Μου αρέσει να οδηγώ τη νύχτα, όταν οι δρόμοι της Αθήνας αδειάζουν και τα φώτα των κτιρίων αντανακλώνται στο βρεγμένο οδόστρωμα. Μου αρέσει να ακούω τις ιστορίες των πελατών μου, να μαθαίνω για τις ζωές τους, να νιώθω ότι για λίγα λεπτά είμαι μέρος κάτι που δεν μου ανήκει. Αλλά υπάρχουν και οι άλλες νύχτες. Οι νύχτες που ο δρόμος είναι άδειος, που το ταξίμετρο δεν γράφει, που το μυαλό μου γυρίζει σε κύκλους και δεν βρίσκει τίποτα να πιαστεί. Εκείνες οι νύχτες είναι οι χειρότερες. Είναι σαν να οδηγείς μέσα σε μια σιωπή που σε καταπίνει, και να μην ξέρεις αν θα βγεις ποτέ από την άλλη πλευρά.
Μεγάλωσα σε μια γειτονιά της Καλλιθέας, σε ένα σπίτι που μύριζε πάντα μαγειρική της μάνας μου και καπνό του πατέρα μου. Ο πατέρας μου ήταν λιμενεργάτης, ένας άνθρωπος που μιλούσε λίγο και δούλευε πολύ, και που πάντα μου έλεγε ότι η ζωή είναι ένα στοίχημα που το παίζεις με κλειστά μάτια. Δεν κατάλαβα τι εννοούσε μέχρι τα είκοσι πέντε μου, όταν πέθανε ξαφνικά από ένα έμφραγμα, αφήνοντας πίσω του μια γυναίκα που δεν είχε δουλέψει ποτέ και έναν γιο που δεν ήξερε πώς να διαχειριστεί τίποτα. Έπρεπε να μεγαλώσω γρήγορα. Πήρα το ταξί του, άρχισα να δουλεύω δεκαπέντε ώρες την ημέρα, και έμαθα να ζω με τον φόβο ότι κάθε στιγμή μπορεί να αλλάξει τα πάντα. Δεν παραπονιέμαι. Έμαθα να επιβιώνω, έμαθα να προσέχω, έμαθα να μην περιμένω τίποτα από κανέναν. Αλλά υπάρχει κάτι που δεν σου λένε για την επιβίωση: ότι κάποια στιγμή αρχίζει να μοιάζει με φυλακή. Και εγώ ένιωθα τη φυλακή μου να στενεύει εδώ και καιρό, απλώς δεν το παραδεχόμουν.
Όλα άρχισαν ένα βράδυ του Φεβρουαρίου, όταν μια βροχή που έπεφτε σαν να μην ήθελε να σταματήσει με ανάγκασε να παρκάρω το ταξί σε ένα στενό της Πλάκας και να περιμένω. Ήταν περασμένα μεσάνυχτα, δεν υπήρχε ψυχή στους δρόμους, και το ταξίμετρο ήταν στο μηδέν εδώ και ώρα. Άνοιξα το κινητό μου για να περάσει η ώρα, και έπεσα πάνω σε ένα άρθρο για κάτι ανθρώπους που είχαν κερδίσει λεφτά από online καζίνο. Δεν το πίστευα, φυσικά. Πάντα πίστευα ότι αυτά είναι ανοησίες, ότι ο κόσμος χάνει τα λεφτά του και μετά κλαίγεται, ότι ο μέσος άνθρωπος δεν έχει καμία τύχη. Αλλά κάτι με τράβηξε. Ίσως η περιέργεια, ίσως η ανάγκη να νιώσω λίγη ένταση, έστω και ψεύτικη. Έτσι, χωρίς να το πολυσκεφτώ, βρέθηκα να ψάχνω κάποια πλατφόρμα, κάτι που να μην είναι εντελώς ύποπτο, κάτι που να έχει έστω μια υποτυπώδη αίσθηση ασφάλειας. Κάπου εκεί, μέσα σε ένα φόρουμ που διάβαζα ακόμα και τις πιο απίθανες ιστορίες, έπεσα πάνω σε ένα όνομα που επαναλαμβανόταν: vavada greece. Δεν το πολυσκέφτηκα. Το άνοιξα.
Το πρώτο πράγμα που με χτύπησε ήταν η ευκολία. Δεν χρειάστηκε να κατεβάσω τίποτα περίεργα προγράμματα, δεν μου ζήτησαν χίλια δυο στοιχεία για να μπω. Απλώς έφτιαξα έναν λογαριασμό, έβαλα ένα μικρό ποσό — όχι κάτι τρελό, κάτι που θα μπορούσα να χάσω χωρίς να με πάρει από κάτω — και άρχισα να περιηγούμαι. Δεν είχα ιδέα τι έκανα. Πάτησα σε κάτι παιχνίδια με φρουτάκια, κάτι τραπέζια με χαρτιά, κάτι περίεργα κουτάκια που έσκαγαν και έβγαζαν νούμερα. Ήταν σαν να μπήκα σε ένα τεράστιο, φωτεινό παιχνιδάδικο γεμάτο ήχους και χρώματα, και για πρώτη φορά μετά από χρόνια ένιωσα κάτι να κουνιέται μέσα μου. Όχι απληστία. Περιέργεια. Και μια μικρή, ανόητη ελπίδα.
Έβαλα δέκα ευρώ σε ένα παιχνίδι με θέμα την αρχαία Αίγυπτο. Δεν ήξερα τους κανόνες, δεν ήξερα τι κυνηγούσα. Απλώς πάτησα το κουμπί και περίμενα. Οι τροχοί γύρισαν, σταμάτησαν, και ξαφνικά η οθόνη γέμισε χρυσάφι. Δεν κέρδισα κάτι τρελό, αλλά κέρδισα. Εκατόν είκοσι ευρώ από δέκα. Έμεινα να κοιτάζω την οθόνη σαν χαζός. Χαμογέλασα. Ήταν μια χαζή, μικρή νίκη, αλλά ήταν δική μου. Δεν το είπα σε κανέναν. Το κράτησα για μένα, σαν ένα μυστικό που μόλις ανακάλυψα. Την επόμενη μέρα, στο ταξί, σκεφτόμουν εκείνη τη στιγμή. Την ώρα που η οθόνη γέμισε χρυσάφι και ο κόσμος γύρω μου σταμάτησε για δύο δευτερόλεπτα. Ήθελα να το ξανανιώσω. Έτσι, το επόμενο Σάββατο, αφού τελείωσα τη βάρδια μου, άνοιξα ξανά τον υπολογιστή. Αυτή τη φορά ήμουν πιο χαλαρός. Δεν περίμενα τίποτα. Έβαλα είκοσι ευρώ και άρχισα να παίζω σε ένα παιχνίδι με ζώα, κάτι λιοντάρια και τίγρεις. Και τότε συνέβη κάτι που δεν περίμενα με τίποτα.
Κέρδισα. Όχι λίγα. Κέρδισα χίλια τριακόσια ευρώ. Έμεινα με το στόμα ανοιχτό. Κοίταξα τον αριθμό στην οθόνη, μετά κοίταξα το δωμάτιο, μετά ξανά την οθόνη. Σκέφτηκα ότι κάτι πήγε λάθος, ότι θα μου πει το σύστημα «συγγνώμη, λάθος». Αλλά δεν το έκανε. Τα χρήματα ήταν εκεί. Μπορούσα να τα τραβήξω. Και τα τράβηξα. Την επόμενη μέρα το πρωί, πήγα στο ΑΤΜ και είδα το υπόλοιπο. Ήταν αληθινό. Δεν το είπα στη μάνα μου αμέσως. Ντρεπόμουν λίγο. Πώς να της πω «μάνα, έπαιξα σε ένα καζίνο στο ίντερνετ και κέρδισα χίλια τριακόσια ευρώ»; Θα με κοιτούσε περίεργα. Θα ανησυχούσε. Θα σκεφτόταν ότι κάτι δεν πάει καλά με μένα. Και ίσως να είχε δίκιο. Αλλά από την άλλη, ένιωθα ζωντανός. Ένιωθα ότι κάτι καλό μου συνέβη επειδή εγώ το προκάλεσα, επειδή εγώ πήρα μια απόφαση, επειδή εγώ τόλμησα να κάνω κάτι διαφορετικό.
Άρχισα να παίζω πιο συστηματικά, αλλά πάντα με μέτρο. Ποτέ δεν έβαλα πάνω από πενήντα ευρώ τη φορά, ποτέ δεν κυνηγούσα τις χαμένες μου. Είχα διαβάσει κάτι συμβουλές, είχα δει κάτι βίντεο, και κατάλαβα ότι αν το κάνεις αυτό με μανία, χάνεσαι. Εγώ ήθελα να το κρατήσω σαν χόμπι, σαν μια μικρή απόδραση από την καθημερινότητα. Και κάποιες φορές, όταν ένιωθα ότι η μέρα ήταν βαριά, όταν είχα μαλώσει με τη μάνα μου για κάτι ηλίθιο, όταν είχα περάσει δώδεκα ώρες στο τιμόνι χωρίς να πάρω ούτε έναν πελάτη, ανακάλυψα ότι το vavada greece ήταν εκεί. Δεν το έβλεπα πια σαν καζίνο. Το έβλεπα σαν ένα μέρος όπου μπορούσα να είμαι κάποιος άλλος για μισή ώρα, χωρίς να δίνω εξηγήσεις σε κανέναν.
Ένα βράδυ, μετά από μια ιδιαίτερα δύσκολη εβδομάδα, αποφάσισα να δοκιμάσω κάτι διαφορετικό. Μπήκα σε ένα παιχνίδι με ζωντανούς ντίλερ, κάτι τραπέζια με ρουλέτα όπου έβλεπες πραγματικούς ανθρώπους να γυρίζουν τη ρόδα. Ήταν παράξενο, σχεδόν οικείο. Ένιωθα σαν να ήμουν σε ένα μικρό καζίνο στο εξωτερικό, μόνο που ήμουν στο σαλόνι μου, με ένα ποτήρι τσάι δίπλα μου. Η ντίλερ ήταν μια κοπέλα με ένα κόκκινο φόρεμα, χαμογελαστή, και μιλούσε σε κάποιον άλλο παίκτη στα αγγλικά. Εγώ απλώς παρακολουθούσα. Δεν έβαλα αμέσως στοίχημα. Περίμενα. Κοίταξα τους αριθμούς, τις τάσεις, τα χρώματα. Και μετά, σαν να με χτύπησε κάτι, έβαλα ένα στοίχημα στο μαύρο. Η μπάλα γύρισε, χόρεψε πάνω στη ρόδα, και σταμάτησε. Μαύρο. Κέρδισα. Ξανά. Και ξανά. Δεν ήταν πολλά, αλλά ήταν συνεχόμενα. Ένιωθα σαν να είχα βρει ένα μοτίβο, μια αρμονία με το σύμπαν. Χαμογέλασα, ήπια μια γουλιά τσάι, και συνέχισα. Δεν το παράτησα όταν έχασα. Δεν θύμωσα. Απλώς συνέχισα να παίζω, ήρεμα, χωρίς άγχος.
Εκείνο το βράδυ κέρδισα συνολικά οκτακόσια ευρώ. Δεν ήταν τα χρήματα που με έκαναν να νιώσω καλά. Ήταν η διαδικασία. Ήταν το ότι κατάφερα να κρατήσω την ψυχραιμία μου, να μην αφήσω το συναίσθημα να με κυριεύσει, να απολαύσω τη στιγμή χωρίς να με νοιάζει το αποτέλεσμα. Και όταν τελικά σηκώθηκα από την καρέκλα, ένιωσα κάτι που δεν είχα νιώσει εδώ και καιρό: περηφάνια. Όχι για τα λεφτά. Για το ότι έμαθα να ελέγχω τον εαυτό μου, να βάζω όρια, να διασκεδάζω χωρίς να χάνω τον έλεγχο. Την επόμενη μέρα το είπα στη μάνα μου. Της τα εξήγησα όλα. Της είπα για την πλήξη, για την περιέργεια, για τα πρώτα δέκα ευρώ, για τα χίλια τριακόσια, για τα βράδια που έπαιζα χαλαρά. Περίμενα να θυμώσει. Αντ' αυτού, με κοίταξε με ένα περίεργο χαμόγελο και μου είπε: «Καλά, τουλάχιστον δεν κάθεσαι στο ταξί να βλαστημάς». Γέλασε. Και εγώ γέλασα. Και για πρώτη φορά μετά από καιρό, νιώσαμε πιο κοντά. Της έδειξα το παιχνίδι, της εξήγησα πώς λειτουργεί, και εκείνη έβαλε πέντε ευρώ και κέρδισε είκοσι. Ενθουσιάστηκε. Ήταν σαν να είχαμε ένα καινούργιο παιχνίδι να παίζουμε μαζί, κάτι που μας έβγαζε από τη ρουτίνα μας.
Δεν έγινα εκατομμυριούχος. Δεν άφησα τη δουλειά μου. Δεν αγόρασα ακίνητα και πολυτέλειες. Αλλά ανακάλυψα κάτι πολύτιμο: ότι η ζωή μπορεί να έχει μικρές στιγμές έντασης και χαράς, αρκεί να ξέρεις πού να τις ψάξεις και πώς να τις κρατήσεις σε ισορροπία. Το vavada greece ήταν το μέσο, όχι ο σκοπός. Ήταν το μέρος όπου έμαθα να χαλαρώνω, να διασκεδάζω, να ρισκάρω με μέτρο, να χάνω και να μην καταστρέφομαι. Και πάνω απ' όλα, έμαθα ότι δεν χρειάζεται να είσαι κάποιος άλλος για να νιώσεις ζωντανός. Μπορείς να είσαι ο εαυτός σου, με το ταξί σου, με τη βροχή στα τζάμια, με τη μάνα σου στο σαλόνι, και να βρεις μια μικρή περιπέτεια μέσα στην οθόνη του υπολογιστή σου. Τώρα, κάθε βράδυ πριν κοιμηθώ, αφιερώνω δέκα λεπτά στον εαυτό μου. Μερικές φορές παίζω, μερικές φορές απλώς κοιτάζω τα παιχνίδια, μερικές φορές δεν κάνω τίποτα. Αλλά πάντα, πριν κλείσω τον υπολογιστή, χαμογελάω. Γιατί ξέρω ότι αύριο θα ξυπνήσω, θα πάω στη δουλειά, θα οδηγήσω, θα κουραστώ, θα θυμώσω, θα λυπηθώ. Αλλά ξέρω επίσης ότι υπάρχει κάτι μικρό, κάτι δικό μου, που με περιμένει. Και αυτό, για μένα, είναι αρκετό.
Μεγάλωσα σε μια γειτονιά της Καλλιθέας, σε ένα σπίτι που μύριζε πάντα μαγειρική της μάνας μου και καπνό του πατέρα μου. Ο πατέρας μου ήταν λιμενεργάτης, ένας άνθρωπος που μιλούσε λίγο και δούλευε πολύ, και που πάντα μου έλεγε ότι η ζωή είναι ένα στοίχημα που το παίζεις με κλειστά μάτια. Δεν κατάλαβα τι εννοούσε μέχρι τα είκοσι πέντε μου, όταν πέθανε ξαφνικά από ένα έμφραγμα, αφήνοντας πίσω του μια γυναίκα που δεν είχε δουλέψει ποτέ και έναν γιο που δεν ήξερε πώς να διαχειριστεί τίποτα. Έπρεπε να μεγαλώσω γρήγορα. Πήρα το ταξί του, άρχισα να δουλεύω δεκαπέντε ώρες την ημέρα, και έμαθα να ζω με τον φόβο ότι κάθε στιγμή μπορεί να αλλάξει τα πάντα. Δεν παραπονιέμαι. Έμαθα να επιβιώνω, έμαθα να προσέχω, έμαθα να μην περιμένω τίποτα από κανέναν. Αλλά υπάρχει κάτι που δεν σου λένε για την επιβίωση: ότι κάποια στιγμή αρχίζει να μοιάζει με φυλακή. Και εγώ ένιωθα τη φυλακή μου να στενεύει εδώ και καιρό, απλώς δεν το παραδεχόμουν.
Όλα άρχισαν ένα βράδυ του Φεβρουαρίου, όταν μια βροχή που έπεφτε σαν να μην ήθελε να σταματήσει με ανάγκασε να παρκάρω το ταξί σε ένα στενό της Πλάκας και να περιμένω. Ήταν περασμένα μεσάνυχτα, δεν υπήρχε ψυχή στους δρόμους, και το ταξίμετρο ήταν στο μηδέν εδώ και ώρα. Άνοιξα το κινητό μου για να περάσει η ώρα, και έπεσα πάνω σε ένα άρθρο για κάτι ανθρώπους που είχαν κερδίσει λεφτά από online καζίνο. Δεν το πίστευα, φυσικά. Πάντα πίστευα ότι αυτά είναι ανοησίες, ότι ο κόσμος χάνει τα λεφτά του και μετά κλαίγεται, ότι ο μέσος άνθρωπος δεν έχει καμία τύχη. Αλλά κάτι με τράβηξε. Ίσως η περιέργεια, ίσως η ανάγκη να νιώσω λίγη ένταση, έστω και ψεύτικη. Έτσι, χωρίς να το πολυσκεφτώ, βρέθηκα να ψάχνω κάποια πλατφόρμα, κάτι που να μην είναι εντελώς ύποπτο, κάτι που να έχει έστω μια υποτυπώδη αίσθηση ασφάλειας. Κάπου εκεί, μέσα σε ένα φόρουμ που διάβαζα ακόμα και τις πιο απίθανες ιστορίες, έπεσα πάνω σε ένα όνομα που επαναλαμβανόταν: vavada greece. Δεν το πολυσκέφτηκα. Το άνοιξα.
Το πρώτο πράγμα που με χτύπησε ήταν η ευκολία. Δεν χρειάστηκε να κατεβάσω τίποτα περίεργα προγράμματα, δεν μου ζήτησαν χίλια δυο στοιχεία για να μπω. Απλώς έφτιαξα έναν λογαριασμό, έβαλα ένα μικρό ποσό — όχι κάτι τρελό, κάτι που θα μπορούσα να χάσω χωρίς να με πάρει από κάτω — και άρχισα να περιηγούμαι. Δεν είχα ιδέα τι έκανα. Πάτησα σε κάτι παιχνίδια με φρουτάκια, κάτι τραπέζια με χαρτιά, κάτι περίεργα κουτάκια που έσκαγαν και έβγαζαν νούμερα. Ήταν σαν να μπήκα σε ένα τεράστιο, φωτεινό παιχνιδάδικο γεμάτο ήχους και χρώματα, και για πρώτη φορά μετά από χρόνια ένιωσα κάτι να κουνιέται μέσα μου. Όχι απληστία. Περιέργεια. Και μια μικρή, ανόητη ελπίδα.
Έβαλα δέκα ευρώ σε ένα παιχνίδι με θέμα την αρχαία Αίγυπτο. Δεν ήξερα τους κανόνες, δεν ήξερα τι κυνηγούσα. Απλώς πάτησα το κουμπί και περίμενα. Οι τροχοί γύρισαν, σταμάτησαν, και ξαφνικά η οθόνη γέμισε χρυσάφι. Δεν κέρδισα κάτι τρελό, αλλά κέρδισα. Εκατόν είκοσι ευρώ από δέκα. Έμεινα να κοιτάζω την οθόνη σαν χαζός. Χαμογέλασα. Ήταν μια χαζή, μικρή νίκη, αλλά ήταν δική μου. Δεν το είπα σε κανέναν. Το κράτησα για μένα, σαν ένα μυστικό που μόλις ανακάλυψα. Την επόμενη μέρα, στο ταξί, σκεφτόμουν εκείνη τη στιγμή. Την ώρα που η οθόνη γέμισε χρυσάφι και ο κόσμος γύρω μου σταμάτησε για δύο δευτερόλεπτα. Ήθελα να το ξανανιώσω. Έτσι, το επόμενο Σάββατο, αφού τελείωσα τη βάρδια μου, άνοιξα ξανά τον υπολογιστή. Αυτή τη φορά ήμουν πιο χαλαρός. Δεν περίμενα τίποτα. Έβαλα είκοσι ευρώ και άρχισα να παίζω σε ένα παιχνίδι με ζώα, κάτι λιοντάρια και τίγρεις. Και τότε συνέβη κάτι που δεν περίμενα με τίποτα.
Κέρδισα. Όχι λίγα. Κέρδισα χίλια τριακόσια ευρώ. Έμεινα με το στόμα ανοιχτό. Κοίταξα τον αριθμό στην οθόνη, μετά κοίταξα το δωμάτιο, μετά ξανά την οθόνη. Σκέφτηκα ότι κάτι πήγε λάθος, ότι θα μου πει το σύστημα «συγγνώμη, λάθος». Αλλά δεν το έκανε. Τα χρήματα ήταν εκεί. Μπορούσα να τα τραβήξω. Και τα τράβηξα. Την επόμενη μέρα το πρωί, πήγα στο ΑΤΜ και είδα το υπόλοιπο. Ήταν αληθινό. Δεν το είπα στη μάνα μου αμέσως. Ντρεπόμουν λίγο. Πώς να της πω «μάνα, έπαιξα σε ένα καζίνο στο ίντερνετ και κέρδισα χίλια τριακόσια ευρώ»; Θα με κοιτούσε περίεργα. Θα ανησυχούσε. Θα σκεφτόταν ότι κάτι δεν πάει καλά με μένα. Και ίσως να είχε δίκιο. Αλλά από την άλλη, ένιωθα ζωντανός. Ένιωθα ότι κάτι καλό μου συνέβη επειδή εγώ το προκάλεσα, επειδή εγώ πήρα μια απόφαση, επειδή εγώ τόλμησα να κάνω κάτι διαφορετικό.
Άρχισα να παίζω πιο συστηματικά, αλλά πάντα με μέτρο. Ποτέ δεν έβαλα πάνω από πενήντα ευρώ τη φορά, ποτέ δεν κυνηγούσα τις χαμένες μου. Είχα διαβάσει κάτι συμβουλές, είχα δει κάτι βίντεο, και κατάλαβα ότι αν το κάνεις αυτό με μανία, χάνεσαι. Εγώ ήθελα να το κρατήσω σαν χόμπι, σαν μια μικρή απόδραση από την καθημερινότητα. Και κάποιες φορές, όταν ένιωθα ότι η μέρα ήταν βαριά, όταν είχα μαλώσει με τη μάνα μου για κάτι ηλίθιο, όταν είχα περάσει δώδεκα ώρες στο τιμόνι χωρίς να πάρω ούτε έναν πελάτη, ανακάλυψα ότι το vavada greece ήταν εκεί. Δεν το έβλεπα πια σαν καζίνο. Το έβλεπα σαν ένα μέρος όπου μπορούσα να είμαι κάποιος άλλος για μισή ώρα, χωρίς να δίνω εξηγήσεις σε κανέναν.
Ένα βράδυ, μετά από μια ιδιαίτερα δύσκολη εβδομάδα, αποφάσισα να δοκιμάσω κάτι διαφορετικό. Μπήκα σε ένα παιχνίδι με ζωντανούς ντίλερ, κάτι τραπέζια με ρουλέτα όπου έβλεπες πραγματικούς ανθρώπους να γυρίζουν τη ρόδα. Ήταν παράξενο, σχεδόν οικείο. Ένιωθα σαν να ήμουν σε ένα μικρό καζίνο στο εξωτερικό, μόνο που ήμουν στο σαλόνι μου, με ένα ποτήρι τσάι δίπλα μου. Η ντίλερ ήταν μια κοπέλα με ένα κόκκινο φόρεμα, χαμογελαστή, και μιλούσε σε κάποιον άλλο παίκτη στα αγγλικά. Εγώ απλώς παρακολουθούσα. Δεν έβαλα αμέσως στοίχημα. Περίμενα. Κοίταξα τους αριθμούς, τις τάσεις, τα χρώματα. Και μετά, σαν να με χτύπησε κάτι, έβαλα ένα στοίχημα στο μαύρο. Η μπάλα γύρισε, χόρεψε πάνω στη ρόδα, και σταμάτησε. Μαύρο. Κέρδισα. Ξανά. Και ξανά. Δεν ήταν πολλά, αλλά ήταν συνεχόμενα. Ένιωθα σαν να είχα βρει ένα μοτίβο, μια αρμονία με το σύμπαν. Χαμογέλασα, ήπια μια γουλιά τσάι, και συνέχισα. Δεν το παράτησα όταν έχασα. Δεν θύμωσα. Απλώς συνέχισα να παίζω, ήρεμα, χωρίς άγχος.
Εκείνο το βράδυ κέρδισα συνολικά οκτακόσια ευρώ. Δεν ήταν τα χρήματα που με έκαναν να νιώσω καλά. Ήταν η διαδικασία. Ήταν το ότι κατάφερα να κρατήσω την ψυχραιμία μου, να μην αφήσω το συναίσθημα να με κυριεύσει, να απολαύσω τη στιγμή χωρίς να με νοιάζει το αποτέλεσμα. Και όταν τελικά σηκώθηκα από την καρέκλα, ένιωσα κάτι που δεν είχα νιώσει εδώ και καιρό: περηφάνια. Όχι για τα λεφτά. Για το ότι έμαθα να ελέγχω τον εαυτό μου, να βάζω όρια, να διασκεδάζω χωρίς να χάνω τον έλεγχο. Την επόμενη μέρα το είπα στη μάνα μου. Της τα εξήγησα όλα. Της είπα για την πλήξη, για την περιέργεια, για τα πρώτα δέκα ευρώ, για τα χίλια τριακόσια, για τα βράδια που έπαιζα χαλαρά. Περίμενα να θυμώσει. Αντ' αυτού, με κοίταξε με ένα περίεργο χαμόγελο και μου είπε: «Καλά, τουλάχιστον δεν κάθεσαι στο ταξί να βλαστημάς». Γέλασε. Και εγώ γέλασα. Και για πρώτη φορά μετά από καιρό, νιώσαμε πιο κοντά. Της έδειξα το παιχνίδι, της εξήγησα πώς λειτουργεί, και εκείνη έβαλε πέντε ευρώ και κέρδισε είκοσι. Ενθουσιάστηκε. Ήταν σαν να είχαμε ένα καινούργιο παιχνίδι να παίζουμε μαζί, κάτι που μας έβγαζε από τη ρουτίνα μας.
Δεν έγινα εκατομμυριούχος. Δεν άφησα τη δουλειά μου. Δεν αγόρασα ακίνητα και πολυτέλειες. Αλλά ανακάλυψα κάτι πολύτιμο: ότι η ζωή μπορεί να έχει μικρές στιγμές έντασης και χαράς, αρκεί να ξέρεις πού να τις ψάξεις και πώς να τις κρατήσεις σε ισορροπία. Το vavada greece ήταν το μέσο, όχι ο σκοπός. Ήταν το μέρος όπου έμαθα να χαλαρώνω, να διασκεδάζω, να ρισκάρω με μέτρο, να χάνω και να μην καταστρέφομαι. Και πάνω απ' όλα, έμαθα ότι δεν χρειάζεται να είσαι κάποιος άλλος για να νιώσεις ζωντανός. Μπορείς να είσαι ο εαυτός σου, με το ταξί σου, με τη βροχή στα τζάμια, με τη μάνα σου στο σαλόνι, και να βρεις μια μικρή περιπέτεια μέσα στην οθόνη του υπολογιστή σου. Τώρα, κάθε βράδυ πριν κοιμηθώ, αφιερώνω δέκα λεπτά στον εαυτό μου. Μερικές φορές παίζω, μερικές φορές απλώς κοιτάζω τα παιχνίδια, μερικές φορές δεν κάνω τίποτα. Αλλά πάντα, πριν κλείσω τον υπολογιστή, χαμογελάω. Γιατί ξέρω ότι αύριο θα ξυπνήσω, θα πάω στη δουλειά, θα οδηγήσω, θα κουραστώ, θα θυμώσω, θα λυπηθώ. Αλλά ξέρω επίσης ότι υπάρχει κάτι μικρό, κάτι δικό μου, που με περιμένει. Και αυτό, για μένα, είναι αρκετό.
